Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2007

Κυψέλη by Federico Garcia Lorca

Ζούμε σε κελλιά
από κρύσταλλο,
σε κυψέλη από αγέρα!
Φιλιόμαστε
μες από κρύσταλλο.
Εξαίσια φυλακή
που έχει για πόρτα
το φεγγάρι.





.....


Through December by Laura Veirs

Birds were falling from the sky all leaves had turned to brown
The heartless cold froze everything and took my poor red down

Poor old red she's dead and gone her eyes
I do remember at least i have this old guitar
To get me through December through December

Her eyes were dark as winter's night both
Somehow young and old i loved her most
The day she died her hair was colored gold

Poor old red she's dead and gone her eyes
I do remember at least i have this old guitar
To get me through December through December

Old man winter at my door the sky heavy with snow all's cold
But my heart poor red it's hard to let you go

Poor old red she's dead and gone her eyes
I do remember at least i have this old guitar
To get me through december through december

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Λαίδη Λάζαρος by Sylvia Plath

Το έκανα ξανά.

Κάθε δεκαετία μια φορά

Το καταφέρνω –

Κάτι σαν θαύμα ζωντανό, το δέρμα μου

Φωτεινό σαν ναζιστικό αμπαζούρ,

Το δεξί μου πόδι

Ένα παπιέ μασέ,

Το πρόσωπό μου χωρίε χαρακτηριστικά, φίνο

Εβραϊκο λινό.

Ξετύλιξε τη γάζα

Ω Εχθρέ μου.

Είμαι τρομαχτική; -

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, οι οδοντοστοιχίες;

Η ξινισμένη ανάσα

Σε μια μέρα θα χαθεί

Σύντομα, σύντομα η σάρκα

Που στη σπηλιά του τάφου έχει φαγωθεί

Σε μένα θα επιστραφεί


Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.

Είμαι μόλις τριάντα.

Κάτι σαν τη γάτα μπορώ να χάσω τη ζωή μου εφτά φορές.


Η Τρίτη είναι αυτή.

Τι σκουπιδαριό

Να εκμηδενίζεις τις δεκαετίες.


Πόσα μύρια νήματα.

Το πλήθος που μασουλά φιστίκια

Στριμώχνεται να δει


Να με ξετυλίγουν χέρια και πόδια -

Το μεγάλο ξεγύμνωμα.

Κυρίες και κύριοι,


Αυτά είναι τα χέρια μου

Τα γόνατά μου.

Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,


Αλλά είμαι η ίδια, πανομοιότυπη γυναίκα.

Όταν συνέβη για πρώτη φορά ήμουνα δέκα.

Ήταν ατύχημα.


Τη δεύτερη σκόπευα

Να διαρκέσει και να μην ξαναγυρίσω πια.

Λικνιζόμουν κλειστή


Σαν όστρακο.

Αναγκάστηκαν ξανά και ξανά να με φωνάξουν

Κι από πάνω μου να βγάλουν τα σκουλήκια σαν κολλώδη μαργαριτάρια.


Το να πεθαίνεις

Είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο.

Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά.


Έτσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση.

Έτσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό.

Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα..


Είναι εύκολο να το κάνεις μέσα σ’ ένα κελί.

Είναι εύκολο να το κάνεις κι ακίνητος να μείνεις.

Είναι η θεατρική


Επάνοδος μέρα μεσημέρι

Στο ίδιο μέρος, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια

Βάρβαρη, εύθυμη κραυγή:


«Θαύμα!»

Που μου δίνει τη χαριστική βολή.

Υπάρχει χρέωση


Για τη θέαση των ουλών μου, υπάρ
χει χρέωση

Για της καρδιάς μου το άκουσμα -

Πραγματικά χτυπά.


Και υπάρχει χρέωση, πολύ μεγάλη χρέωση

Για μια λέξη, ένα άγγιγμα,

Ή για μια στάλα αίμα,


Ή ένα κομμάτι απ’τα ρούχα ή τα μαλλιά.

Λοιπόν, λοιπόν, Herr Doctor.

Λοιπόν, Herr Εχθρέ.


Είμαι το μεγάλο έργο σου,

Είμαι το τιμαλφές σου,

Το βρέφος από καθαρό χρυσάφι


Που λιώνει με μια στριγκλιά.

Στριφογυρνώ και καίγομαι.

Μη νομίζεις πως υποτιμώ τη μεγάλη σου έγνοια.


Στάχτη, στάχτη -

Σκαλίζεις κι αναδεύεις.

Σάρκες, κόκαλα, δεν υπάρχει τίποτα εκεί -


Μια πλάκα σαπούνι,

Μια βέρα,

Ένα σφράγισμα χρυσό.


Herr
Θεέ, Herr Εωσφόρε

Φυλάξου

Φυλάξου.


Μέσα απ’τις στάχτες αναδύομαι

Με τα μαλλιά μου τα πορφυρά

Και σαν αέρα χάφτω όλα τ’ αρσενικά

.....


Traded For Fire by Damien Jurado (Dolorean cover)

It wasn’t my fault
She led me here
Canadian plains
To disappear
It started one night
I had too much
Of being alone
Of collecting dust
So I went to see her
Like a thief in the night
I gave her my death
And stole from her life
And it killed me each time
That I saw her man
A friend of mine
If you could call me a friend

And on Sunday morning
The preacher preached on deceit
He spoke of a fire
Of unspeakable heat
So now I drive
Accross frozen plains
Nowhere to hide
Just to escape

I traded it all
To match my desire
I traded it all
I traded for fire,
I traded for fire

And Father forgive me
Because I knew
What I was doing
I set a snare
For myself and fell headlong
Into ruin
Don’t let me settle
Down in a small northern town
To die
Burn my lips
With coals and burn my insides

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Μοναξιά by Κώστας Ουράνης

Σά νύχτα αγρύπνιας πένθιμη κι ατέλειωτη, σά νύχτα
γεμάτη από μυστήριο καί σιωπή η Ζωή μου.
Αμίλητοι καί σκεφτικοί στήν τρομερή ησυχία,
τί, πού δέν έρχεται, νά 'ρθεί προσμένουμε, ψυχή μου;
Περνάν βαριές από κενό καί προσδοκία οι ώρες,
στ'αυτιά μου, πού αφογκράζονται, καμιά ηχώ δέ σβήνει
καί μόνο, σά σέ κάμαρα νεκρού ένα ρολόγι,
χτυπάει η καρδιά μου ηχερά στήν παγερή γαλήνη.
Στούς διαδρόμους τού καιρού κανένα πλέον βήμα
δέν αντηχεί καί μοιάζουμε σά ζωντανοί σέ μνήμα,
πού γύρω τους η ανθρώπινη ζωή αποτραβιέται...
Χαρές, αγάπες, χίμαιρες, πόσο μακρυά είστε τώρα!
Στή νύχτα τήν απέραντη τό πόσο είμαι μόνος!

Όλα μάς απαράτησαν, ψυχή μου, - ώς κι ο Πόνος.


.....


A Poetic Retelling Of An Unfortunate Seduction by Bright Eyes

The language
In the dimmer rooms
Seems to represent the light source well
How soft they speak
And seem to be at peace
With the movement of the music and the madness
That’s pulling me into this

And the shades of the lamps are woven red
The light, it stains and consecrates
Anointing all forgotten forms
That swirl and smoke
And haunt this place
The girls in gowns all nurse the dark
Pulling it near to their swelling breasts
And watch as it seeps to their hearts
And beats within their virgin chests
And here I know seduction breeds
From wanton hearts that would seduce
And grows and spreads its vines and leaves
Embracing those who might have moved
But now remain to drink the night
From vials black and thick with steam
With intoxicating delights
Would leave you drunk inside this dream
And you watch them take the light from you

And you find yourself on a velvet couch,
Tasting the skin of a foreign girl
Her eyes are black and wet like oil
And she ties your hands with a string of pearls
And you tremble like a frightened bird
As she closes in and captures you to place you
In a silver cage deep within her poisoned womb
So once you’re safe inside, she might let you out
To fly in circles around the room
But its always night and there is no moon
And you wonder if you are alive
And you’re not sure if you want to be
But you drink her sweat like it was wine
And you lay with her
On a bed of blue
And it’s awful sweet
Like the fruit she cuts and feeds to you

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Στον Έδγαρ by Άγνωστος

Όλες οι ματαιότητες αυτού του κόσμου μαζεύτηκαν γύρω από μια μεγάλη πυρά
και φώτισαν τα δεινά τους.
Ίσως και να είχε άδικο ο Έδγαρ.



Ίσως πάντα τελικά να αποζητούμε αυτό που θα μας φτάσει στα άκρα.
Εκείνη τη στιγμή που θα νιώσουμε πως διαχωριζόμαστε απ’το ελεεινό κουφάρι
που μας
έσερνε τόσα χρόνια.
Και τα τελευταία αντίο μας, δε τα είπαμε κάποια βραδιά κάτω απ’τ’άστρα
και το φεγγαρόφως
αλλά τα λέμε κάθε μέρα.
Στον εαυτό μας,
στον καθημερινό μας σοδομιστή,
στη τελευταία μας αγάπη.
Μπορεί και κάποτε να θελήσουμε να αναστηθούμε,
πετ
άγοντας το ΕΓΩ μας στη φωτιά.
Μόνο τότες φίλε Έδγαρ...μόνο τότες
θα ‘ρθει η στιγμή,
θα βρεθεί το κουράγιο,
θα γυτευτεί η ελπίδα,
θα γεννηθεί η κραυγή,
και με μιαν ανάσα όλοι μαζί,
αφήνοντας πίσω τη πορεία που τραβήξαμε
ως τώρα˙θα βροντοφωνάξουμε: "ΠΟΤΕ ΠΙΑ"!


.....


We All Fall Down by iLiKETRAiNS

We play a waiting game
And we play a waiting game
We play a waiting game
And it won't be long now



The tailor was the first to go
We burnt his clothes
And we burried him low
The tailor's next of kin
And the tailor's neighbors followed him
And so it is
And so it goes
Save our souls

We play a waiting game
And we play a waiting game
We play a waiting game
And it won't be long now

The fossor refused to dig
And who could blame him if he did
We bury our own now
We bury them deep

When the doctor followed suit
Knew our plight was set to worsen
So it is
The fear of God now is in every person

With heavy hearts
And other hands
We build a wall around this town
Now no one comes and no one goes
Save our souls

We play a waiting game
And we play a waiting game
We play a waiting game
And it won't be long now

When you said the air smelled sweet
I knew it was only a matter of time
And we all fall down
And we all fall down

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Τελευταίο Μπλούζ, Για Να Διαβαστεί Κάποια Μέρα by Cesare Pavese

Ήταν μόνο ένα φλέρτ,
το 'ξερες αυτό-
κάποιος πληγώθηκε
εδώ και καιρό.

Όλα είναι ίδια
κι ο χρόνος διαβαίνει-
μια μέρα γεννιέσαι,
μια μέρα πεθαίνεις.

Εδώ και καιρό
κάποιος πέθανε-
κάποιος προσπάθησε,
μα δεν έμαθε.

.....

Let Me Go, Let Me Go, Let Me Go by Jason Molina

Wait behind
Wait behind
Wait behind
Shadows still with us
The tides are with us
Silent sorrow with us
As long as there’s no forgiveness
Wait behind
Owl above places of the dead
And I have to believe everything she said
As long as there’s no forgiveness
Wait behind
Hymns still close to your ears
That you can still hear
Graves still close to the water
Moon still walking the shore
That mule’s head still in the sycamore
Waiting behind
Let me go, let me go, let me go
So I can wait behind.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2007






















Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα
by Pablo Neruda

[...]
Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω, για παράδειγμα: «Η νύχτα ειν'αστερόεσσα,
και τρέμουνε, γαλάζια, τ'αστέρια μακριά».

Ο άνεμος της νύχτας γυρνάει στον ουρανό και τραγουδά.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα, και φορές μ'αγάπησε κι εκείνη.

Νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω από τον απέραντο ουρανό.

Μ'αγάπησε, κάποιες φορές κι εγώ την αγαπούσα.
Πώς να μην αγαπήσω τα μεγάλα μάτια της τα έντονα.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πώς δεν την έχω. Να νιώσω πώς την έχω χάσει.

Ν'ακούσω την τεράστια νύχτα, πιο τεράστια χωρίς αυτήν.
Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή όπως στη χλόη η δροσιά.

Τι πειράζει που η αγάπη μου δεν γινόταν να την κρατήσει.
Η νύχτα ειν'αστερόεσσα κι αυτή δεν είναι πια μαζί μου.

Αυτό ειν'όλο. Στο βάθος κάποιος τραγουδά. Στο βάθος.
Δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσει η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, και δεν είναι πια μαζί μου.

Ίδια η νύχτα που λευκαίνει τα ίδια δέντρα.

Εμείς, εκείνοι από το παρελθόν, δεν είμαστε πια ίδιοι.

Πια δεν την θέλω, είναι σίγουρο, μα πόσο την αγάπησα.
Γύρευε άνεμο η φωνή μου την ακοή της για ν'αγγίξει.

Του άλλου. Θα 'ναι του άλλου. Όπως πριν των φιλιών μου.
Η φωνή, το φωτεινό κορμί της. Τ'απέραντα μάτια της.

Πια δεν την αγαπώ, είναι σίγουρο, μα ίσως να την αγαπώ.

Είναι τόσο μικρή η αγάπη, κι είναι μεγάλη η λησμονιά.

Γιατί νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου,
και δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Αν και αυτός θα 'ναι ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί θα'ναι οι τελευταίοι στίχοι που της γράφω. [...]


.....


Oh, My Lover by PJ Harvey

Oh, my lover, don't you know it's alright.
You can love her, and you can love me at the same time.
Much to discover, I know you don't have the time.
Oh, my lover' don't you know it's alright.

Oh, my sweet thing, oh my honey thighs.
Give me your troubles, I'll keep them with mine.
Take at your liesure, take whatever you can find but
Oh, my sweet thing, don't you know it's alright.

It's alright
It's alright
There's no time
So it's alright.

What's that color, forming around your eyes?
Waltz my lover, tell me that it's alright.
Just another, before you go, go away.
Oh, my lover, why don't you just say my name?

And it's alright
Say it's alright
There's no time.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

Τα Αντικλείδια by Γιώργης Παυλόπουλος

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπούν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιός το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν'ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

.....

Common People by Pulp

She came from Greece she had a thirst for knowledge,
she studied sculpture at Saint Martin's College,
that's where I,
caught her eye.
She told me that her Dad was loaded,
I said "In that case I'll have a rum and coca-cola."
She said "Fine."
and in thirty seconds time she said,

"I want to live like common people,
I want to do whatever common people do,
I want to sleep with common people,
I want to sleep with common people,
like you."
Well what else could I do?
I said "I'll see what I can do."

I took her to a supermarket,
I don't know why but I had to start it somewhere,
so it started there.
I said pretend you've got no money,
she just laughed and said,
"Oh you're so funny."
I said "yeah?
Well I can't see anyone else smiling in here.
Are you sure you want to live like common people,
you want to see whatever common people see,
you want to sleep with common people,
you want to sleep with common people,
like me."
But she didn't understand,
she just smiled and held my hand.
Rent a flat above a shop,
cut your hair and get a job.
Smoke some fags and play some pool,
pretend you never went to school.
But still you'll never get it right,
'cos when you're laid in bed at night,
watching roaches climb the wall,
if you call your Dad he could stop it all.

You'll never live like common people,
You'll never do whatever common people do,
You'll never fail like common people,
You'll never watch your life slide out of view,
and then dance and drink and screw,
because there's nothing else to do.

Sing along with the common people,
sing along and it might just get you through.
Laugh along with the common people,
laugh along although they're laughing at you
and the stupid things that you do,
because you think that poor is cool.

Like a dog lying in a corner
they will bite and never warn you,
look out,
they'll tear your insides out.
'Cos everybody hates a tourist,
especially one who thinks it's all such a laugh.
Yeah,and the chip stain's grease will come out in the bath.
You will never understand
how it feels to live your life,
with no meaning or control
and with nowhere else to go.
You are amazed that they exist
and they burn so bright whilst you can only wonder why.

Rent a flat above a shop,
cut your hair and get a job.
Smoke some fags and play some pool,
pretend you never went to school.
But still you'll never get it right,
cos when you're laid in bed at night,
watching roaches climb the wall,
if you call your Dad he could stop it all.

You'll never live like common people,
you'll never do what common people do,
you'll never fail like common people,
you'll never watch your life slide out of view,
and dance and drink and screw,
because there's nothing else to do.

I want to live with common people like you
I want to live with common people like you
I want to live with common people like you...

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

















Η Μουσική
by Charles Baudelaire

Με συνεπαίρνει η μουσική σαν θάλασσα συχνά!
Τότε, προς το χλομό μου αστέρι,
κάτω από καταχνιάς σκεπή ή στον αιθέρα, να,
ανοίγω τα πανιά στ’αγέρι˙

και με τα στήθια καταμπρός και τα πλεμόνια φουσκωτά
σαν τ’ανοιχτά πανιά μου,
σκαλώνω απά’ στα κύματα π
ου ‘ρχονται απανωτά
και μου τα κρύβει η νύχτα απ’τη ματιά μου˙

όλα τα πάθη μέσα μου τα νιώθω να τρεμίζουν˙
σαν πλοίο πονεμένο με λικνίζουν

το πρίμο αγέρι, η θύελλα με κάθε της σπασμό,

απάνω από το βάραθρο που χάσκει ολανοιχτό.
Κι άλλοτε η κάλμα, ίσιος, τρανός καθρέφτης ομπροστά μου,
όλη η απελπισιά μου!

.....


The Mariner's Revenge Song by The Decemberists

We are two mariners
Our ships' sole survivors
In this belly of a whale

Its ribs are ceiling beams
Its guts are carpeting
I guess we have some time to kill

You may not remember me
I was a child of three
And you, a lad of eighteen

But I remember you
And I will relate to you
How our histories interweave

At the time you were
A rake and a roustabout
Spending all your money
On the whores and hounds
Oh Ohhhhh

You had a charming air
All cheap and debonair
My widowed mother found so sweet

And so she took you in
Her sheets still warm with him
Now filled with filth and foul disease

As time wore on you proved
A debt-ridden drunken mess
Leaving my mother
A poor consumptive wretch
Oh Ohhhhh

And then you disappeared
Your gambling arrears
The only thing you left behind

And then the magistrate
Reclaimed our small estate
And my poor mother lost her mind

Then one day, in spring
My dear sweet mother died
But before she did
I took her hand as she, dying, cried:
Oh Ohhhhh

"Find him, bind him
Tie him to a pole and break
His fingers to splinters
Drag him to a hole until he
Wakes up naked
Clawing at the ceiling
Of his grave"

It took me fifteen years
To swallow all my tears
Among the urchins in the street

Until a priory
Took pity and hired me
To keep their vestry nice and neat

But never once in the employ
Of these holy men
Did I ever, once, turn my mind
From the thought of revenge
Oh Ohhhhh

One night I overheard
The prior exchanging words
With a penitent whaler from the sea

The captain of his ship
Who matched you toe to tip
Was known for a wanton cruelty

The following day
I shipped to sea
With a privateer

And in the whistle
Of the wind
I could almost hear...
Oh Ohhhhh

"Find him, bind him
Tie him to a pole and break
His fingers to splinters
Drag him to a hole until he
Wakes up naked
Clawing at the ceiling
Of his grave"

"There is one thing I must say to you
As you sail across the sea
Always, your mother will watch over you
As you avenge this wicked deed"

And then that fateful night
We had you in our sight
After twenty months at sea

Your starboard flank abeam
I was getting my muskets clean
When came this rumbling from beneath

The ocean shook
The sky went black
And the captain quailed

And before us grew
The angry jaws
Of a giant whale

Don't know how I survived
The crew all was chewed alive
I must have slipped between his teeth

But, oh! What providence!
What divine intelligence!
That you should survive
As well as me

It gives my heart
Great joy
To see your eyes fill with fear

So lean in close
And I will whisper
The last words you'll hear
Ohh Ohhhhh

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2007

Ερωτικό by Μάνος Χατζιδάκις

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος.

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ'άστρα
Μαζεύοντ'όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μαζεύοντ'όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ'στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δείς απ'το παράθυρο σου
Το πρόσωπο μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα.

.....


East Hastings by Godspeed You Black Emperor!





[instrumental]

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2007

Η Ιστορία Θα Είναι Πάντα Η Ίδια by Γιάννης Ζελιαναίος
Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει. Ο ήλιος θα είναι ψηλά, το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο, ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια και τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορ φους άντρες. Ένα σπίτι δε θα είναι ποτέ η χώρα μας, μια πόλη ποτέ η μάνα μας. Θα μοιράζουμε τα πάντα και πάντα θα κλέβουμε, θα υποσχόμαστε να γίνουμε καλύτεροι και θ’ αποστρέφουμε το κεφάλι. Θα ξενυχτάμε τα βράδια πίσω από μια πλάτη που θα μας ταΐζει όνειρα τα ξημερώματα. Θ’ ακούμε Tom Waits κάθε στιγμή που θα βρέχει και θα υποσχόμαστε την άλλη μέρα το πρωί πως θα κόψουμε το πιοτό. Θα λέμε πως θα γίνουμε καλύτεροι και πως θ’ αλλάξουμε για χάρη της. Θα φεύγουμε από κάθε δουλειά που μας σιχαίνεται και θα διαλέγουμε ένα ακατανόητο ταξίδι. Δε θα βάζουμε ποτέ τη ζωή μας σε τάξη και θα προδίδουμε το σκυλί που μας ακολουθεί μέχρι την εξώπορτα. Κάθε καλοκαίρι θα πληρώνουμε κάποιον για λίγη ελευθερία και κάθε χειμώνα θα μας παίρνει πίσω οτιδήποτε μας είχε χαρίσει απλόχερα. Θα διώχνουμε τα φαντάσματα μα εκείνα θα μας υπενθυμίζουν το ναυάγιο της ενηλικίωσης και τους καθοριστικούς έρωτες. Θα κλαίμε και θα γελάμε. Θα γελάμε με αυτά που κλαίμε και θα κλαίμε με αυτά που γελάμε. Οι συγγενείς μας θα είναι δυο στοίβες ρούχα και οι δρόμοι θα ξαποστέλνουν τους υπάλληλους της ψευτιάς. Θα χορεύουμε στα μέρη που μας ανέχονται και με ανθρώπους που μας αγαπούν μόνο για να θυμόμαστε τι πάει να πει φιλία. Θα μοιραζόμαστε μια βραδιά σ’ ένα καπηλειό όλα τα μυστικά μας με κάποιον άγνωστο και ύστερα δε θα τον ξαναβλέπουμε ποτέ. Θα ζηλεύουμε και θ’ αγαπούμε τα κατορθώματα του διπλανού μας, μα θα τον αγκαλιάζουμε με περίσσια στοργή και θαυμασμό. Δε θα φοβόμαστε τη μοναξιά και θα τρώμε παγωτό όταν όλα είναι εναντίον μας. Θα σου ανακατεύω το καφέ και θα με βρίζεις γιατί κοίταξα εκείνο το κορίτσι το προηγούμενο βράδυ, θα σ’ αγαπώ περισσότερο, θα μ’ αγαπάς λιγότερο και θα σου αγοράζω κρουασάν για να μ’ αγαπήσεις περισσότερο. Θα μας διώχνουν και θα γυρνάμε, θα γυρνάμε και θα μας ξαναδιώχνουν. Θα στεκόμαστε έξω από ένα παράθυρο και θα βρέχει κι εκείνη θα κάνει έρωτα με κάποιον άλλο και θα περιμένουμε το θεό να μας συμπονέσει και δε θα είναι εκεί, γιατί ποτέ δεν είναι εκεί. Θα λαμπυρίζουν τα μάτια μας και θα γράφουμε κάτι όμορφο χαρίζοντάς το στην ομορφιά. Θα πεθαίνουν άνθρωποι δικοί μας κι εμείς δε θα ήμαστε εκεί. Θα πεθαίνουμε εμείς και θα παρακαλάμε να ήταν κάποιος εκεί. Θα χιονίζει και θα σου κρατώ το χέρι κάτω απ’ τα σκεπάσματα, θα βρέχει και θα σκέφτεσαι τον πρώην σου. Θα φεύγουμε από τα δύσκολα και θα επιστρέφουμε όταν θα είναι πιο δύσκολα ακόμη. Θ’ αρνιόμαστε να πούμε τέλος, πόσο μάλλον να το πιστέψουμε. Θα ερωτευόμαστε μόνο για μια βραδιά και θ’ αγαπούμε για όλες τις βραδιές. Θα είναι πάντα δύσκολο, θα είναι πάντα εύκολο και θα ήμαστε πάντα εκεί. Θα τρέχουμε να προλάβουμε το κορίτσι στη γωνιά κι εκείνο θα μας κοροϊδεύει. Θα γιορτάζω τη πιο όμορφη μέρα της ζωής μου κι εσύ θα σηκώνεσαι να φεύγεις. Θα σου ζητάω να πιω και θα μου λες να πάω στο διάολο. Θα σου λέω πως ήμουν εκεί τη προηγούμενη μέρα και θα μου πετάς έναν αναπτήρα στο στήθος. Θα γελάω και θα με σιχαίνεσαι, θα γελάς κι όλος ο κόσμος θα είναι δικός μου. Θα σου τραγουδώ παράφωνα και θα μου χορεύεις υπέροχα, θα τελειώνει το τραγούδι και θα βάζουμε κάποιο άλλο, πάντα πιο γοητευτικό. Θα μας αποτελειώνουν οι αναμνήσεις σ’ ένα δωμάτιο και θα γιορτάζουμε τη καινούργια αρχή με νέους φίλους. Θα μαγειρεύουμε μακαρόνια τρεις η ώρα το πρωί και θα βάζουμε να δούμε για χιλιοστή φορά την ταινία με τους ερωτευμένους έφηβους. Θα σου διαβάζω ποιήματα και θα αποκοιμιέσαι, θα με θες δίπλα σου κι εγώ θα σου λέω «Άλλο ένα αγάπη μου» και ύστερα θα έρχομαι. Θα είναι Κυριακή και θα σιχαινόμαστε να πάμε τη Δευτέρα για δουλειά. Θα φοβάσαι μην αργήσω, θα σου λέω, «Τους έχω γραμμένους». Θα με ρωτάς γιατί είμαι θλιμμένος, θα σε ρωτάω γιατί είσαι χαρούμενη. Θα με ρωτάς γιατί είμαι χαρούμενος, θα σε ρωτάω γιατί είσαι θλιμμένη. Θα φεύγουν άνθρωποι, θα έρχονται καινούργιοι. Θα μοιράζεσαι μαζί τους τα ίδια και άλλα τόσα. Θα ξεχνάς να γράψεις κάποια γράμματα κι ας τα χρωστάς εδώ και μήνες. Δε θα τα γράφεις ποτέ τελικά. Θα προχωράει η ιστορία, θ’ αδυνατείς να τη καταλάβεις, θα τη παρατάς και ύστερα θα τη ξαναπιάνεις, θα τη τελειώνεις και θα γεννούνται μυριάδες ερωτήματα, σε μερικά θα απαντάς, σε άλλα όχι. Θα ‘χεις φτάσει τριάντα χρονών και θα σου αρέσουν για πρώτη φορά τα παραμύθια, θ’ αναρωτιέσαι γιατί, θα τα διαβάζεις με μανία, θα λες πως πρέπει να μην υπήρξες ποτέ παιδί. Θα χαζεύουμε τότε μαζί μια θάλασσα και θα πουλάμε ταξίδια ο ένας στον άλλο. Δε θα ήμαστε εκεί όταν πρέπει να αναχωρήσουμε, γιατί πάντα ήμαστε κάπου αλλού ώστε να φυγαδεύσουμε ακόμα πιο σημαντικά πράγματα ή και να πάρουμε αγκαλιά κάποιον ώστε να σταματήσει να κρυώνει από τις απώλειες. Θα συνθηκολογούμε για λίγους μήνες και ύστερα θα τα παρατάμε, γιατί πρέπει να τα παρατάμε αλλιώς θα ξοφλήσουμε χωρίς να το καταλάβουμε. Θα μας ρωτάνε και δε θα ξέρουμε τι ν’ απαντήσουμε, θα απαντάμε και θα σαστίζουν με τα λόγια μας. Θα φοράμε μαύρα το χειμώνα και κόκκινα με λευκά το καλοκαίρι. Θα δίνουμε ψεύτικα ονόματα στο ξενοδόχο που ήχει τη ζωή του. Θα σφυρίζουμε στον άνεμο με αγριάδα σα να χορεύουν οι φωνές μας. Θα με παίρνεις τηλέφωνο και δε θα είσαι πια τρυφερή. Θα σε παίρνω τηλέφωνο και δε θα το σηκώνεις γιατί δε θα σημαίνω τίποτα πια για σένα. Θα σιχαίνομαι τους φίλους σου, θα σιχαίνεσαι τους δικούς μου. Θα είναι οι μέρες ηλιόλουστες, θα είναι οι μέρες βροχερές και θα περνούν τα χρόνια. Θα μακραίνουν τα μαλλιά μας θα ασχημαίνουν τα κορμιά μας. Θα διαβάσουμε μια νύχτα τα κιτάπια μας και θα αποφασίσουμε να χαθούμε. Θα χαθούμε. Μακριά, για πάντα. Ο ήλιος θα είναι ψηλά και το φεγγάρι θα ξεμυτάει κάθε σούρουπο. Ο ουρανός θα μένει πάντα αξεδίψαστος, τ’ αγόρια θα χωρίζουν τα κορίτσια, τα κορίτσια θα χωρίζουν τ’ αγόρια. Οι άντρες θα ερωτεύονται τις πονεμένες γυναίκες και οι γυναίκες θα ερωτεύονται τους όμορφους άντρες. Θα είμαστε δυο κόκκοι άμμου στην άκρη του κόσμου. Κι όλα θα τελειώνουν κι όλα θα ξαναρχίζουν. Η ιστορία θα είναι πάντα η ίδια, τίποτα δε θα την απογοητεύει.....

.....


The Guilt by Migala

If I could for a minute, succumb to the disaster of everyday, to let me go, let of cling to... I guess it would be possible to crash with one of the strangers that I cross by the street and have a premonition of happiness. But now, it's sure that I can't, and probably that's why one ghost comes every night to rock my stupid guilt, and why its way's a ring of fire. And when I finally sleep it's always the same dream, sand falling fast in a glass bell. The sand very clean, the glass so weak.
Το Όνειρο by Τάσος Λειβαδίτης

Τελικά τούς έκλεισα τήν πόρτα «τί νά τήν κάνω τήν πραγματικότητα, τούς λέω - εγώ έχω το όνειρο».

Ίσως γι' αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στίς λεπτομέρειες.

Ένα τραγούδι λυπημένο τή νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετισμός.

.....

The Eternal by Joy Division

Procession moves on, the shouting is over,
Praise to the glory of loved ones now gone.
Talking aloud as they sit round their tables,
Scattering flowers washed down by the rain.
Stood by the gate at the foot of the garden,
Watching them pass like clouds in the sky,
Try to cry out in the heat of the moment,
Possessed by a fury that burns from inside.
Cry like a child, though these years make me older,
With children my time is so wastefully spent,
A burden to keep, though their inner communion,
Accept like a curse an unlucky deal.
Played by the gate at the foot of the garden,
My view stretches out from the fence to the wall,
No words could explain, no actions determine,
Just watching the trees and the leaves as they fall.
Ένας Τρελός Κόσμος by Charles Bukowski

Ένας τύπος μου έστειλε με το ταχυδρομείο
ένα μαχαίρι
κι έλεγε πως μου το χάριζε
επειδή εκτιμούσε τη δουλειά μου.
Έχει ένα μικρό μοχλό στο πλάι, τον σπρώχνεις απαλά
και πετάγεται η λεπίδα
κι έτσι είσαι γρήγορος,
κι έτσι είσαι πάντα έτοιμος.
Αμφιβάλλω αν θα χρησιμοποιήσω ποτέ μου αυτό το όπλο˙
χαίρομαι που έχω έναν αναγνώστη
που ανησυχεί τόσο πολύ
για την ασφάλειά μου.
Πάντως, σοβαρά, προτιμώ τους αναγνώστες
που μου στέλνουνε κρασιά
έστω κι αν μερικά φτάνουν σπασμένα. Ωστόσο,
δεν πρέπει να πίνεις ποτέ κάτι που σου έστειλε
με το ταχυδρομείο
ένας άγνωστος, μπορεί να θέλει να σε δηλητηριάσει.
Τελικά
όλα είναι προτιμότερα απ'τον ίδιο
τον αναγνώστη
που εμφανίζεται με σάρκα και οστά
μπροστά στην πόρτα σου.
Αυτό με αναστατώνει
στ'αλήθεια με θυμώνει.
Στον κόσμο αυτό, κι ο πιο μικροκαμωμένος
άνθρωπος μπορεί ν'αποδειχτεί το πιο μεγάλο πρόβλημα.
Τέλος πάντων,
τώρα καθαρίζω
τα νύχια μου
με το μαχαίρι
που μου έστειλε ο αναγνώστης.

Καλύτερα
παρά να ξεκοιλιάζω κόσμο.

Για το ξεκοίλιασμα
έχω τα ποιήματα.

.....















The Piano Has Been Drinking by Tom Waits

The piano has been drinking
my necktie is asleep
and the combo went back to New York
the jukebox has to take a leak
and the carpet needs a haircut
and the spotlight looks like a prison break
cause the telephone's out of cigarettes
and the balcony's on the make
and the piano has been drinking
the piano has been drinking...

and the menus are all freezing
and the lightman's blind in one eye
and he can't see out of the other
and the piano-tuner's got a hearing aid
and he showed up with his mother
and the piano has been drinking
the piano has been drinking

cause the bouncer is a Sumo wrestler
cream puff casper milk toast
and the owner is a mental midget
with the I.Q. of a fencepost
cause the piano has been drinking
the piano has been drinking...

and you can't find your waitress
with a Geiger counter
And she hates you and your friends
and you just can't get served
without her
and the box-office is drooling
and the bar stools are on fire
and the newspapers were fooling
and the ash-trays have retired
the piano has been drinking
the piano has been drinking
The piano has been drinking
not me, not me, not me, not me, not me.