Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Λαίδη Λάζαρος by Sylvia Plath

Το έκανα ξανά.

Κάθε δεκαετία μια φορά

Το καταφέρνω –

Κάτι σαν θαύμα ζωντανό, το δέρμα μου

Φωτεινό σαν ναζιστικό αμπαζούρ,

Το δεξί μου πόδι

Ένα παπιέ μασέ,

Το πρόσωπό μου χωρίε χαρακτηριστικά, φίνο

Εβραϊκο λινό.

Ξετύλιξε τη γάζα

Ω Εχθρέ μου.

Είμαι τρομαχτική; -

Η μύτη, οι κόγχες των ματιών, οι οδοντοστοιχίες;

Η ξινισμένη ανάσα

Σε μια μέρα θα χαθεί

Σύντομα, σύντομα η σάρκα

Που στη σπηλιά του τάφου έχει φαγωθεί

Σε μένα θα επιστραφεί


Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.

Είμαι μόλις τριάντα.

Κάτι σαν τη γάτα μπορώ να χάσω τη ζωή μου εφτά φορές.


Η Τρίτη είναι αυτή.

Τι σκουπιδαριό

Να εκμηδενίζεις τις δεκαετίες.


Πόσα μύρια νήματα.

Το πλήθος που μασουλά φιστίκια

Στριμώχνεται να δει


Να με ξετυλίγουν χέρια και πόδια -

Το μεγάλο ξεγύμνωμα.

Κυρίες και κύριοι,


Αυτά είναι τα χέρια μου

Τα γόνατά μου.

Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,


Αλλά είμαι η ίδια, πανομοιότυπη γυναίκα.

Όταν συνέβη για πρώτη φορά ήμουνα δέκα.

Ήταν ατύχημα.


Τη δεύτερη σκόπευα

Να διαρκέσει και να μην ξαναγυρίσω πια.

Λικνιζόμουν κλειστή


Σαν όστρακο.

Αναγκάστηκαν ξανά και ξανά να με φωνάξουν

Κι από πάνω μου να βγάλουν τα σκουλήκια σαν κολλώδη μαργαριτάρια.


Το να πεθαίνεις

Είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο.

Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά.


Έτσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση.

Έτσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό.

Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα..


Είναι εύκολο να το κάνεις μέσα σ’ ένα κελί.

Είναι εύκολο να το κάνεις κι ακίνητος να μείνεις.

Είναι η θεατρική


Επάνοδος μέρα μεσημέρι

Στο ίδιο μέρος, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια

Βάρβαρη, εύθυμη κραυγή:


«Θαύμα!»

Που μου δίνει τη χαριστική βολή.

Υπάρχει χρέωση


Για τη θέαση των ουλών μου, υπάρ
χει χρέωση

Για της καρδιάς μου το άκουσμα -

Πραγματικά χτυπά.


Και υπάρχει χρέωση, πολύ μεγάλη χρέωση

Για μια λέξη, ένα άγγιγμα,

Ή για μια στάλα αίμα,


Ή ένα κομμάτι απ’τα ρούχα ή τα μαλλιά.

Λοιπόν, λοιπόν, Herr Doctor.

Λοιπόν, Herr Εχθρέ.


Είμαι το μεγάλο έργο σου,

Είμαι το τιμαλφές σου,

Το βρέφος από καθαρό χρυσάφι


Που λιώνει με μια στριγκλιά.

Στριφογυρνώ και καίγομαι.

Μη νομίζεις πως υποτιμώ τη μεγάλη σου έγνοια.


Στάχτη, στάχτη -

Σκαλίζεις κι αναδεύεις.

Σάρκες, κόκαλα, δεν υπάρχει τίποτα εκεί -


Μια πλάκα σαπούνι,

Μια βέρα,

Ένα σφράγισμα χρυσό.


Herr
Θεέ, Herr Εωσφόρε

Φυλάξου

Φυλάξου.


Μέσα απ’τις στάχτες αναδύομαι

Με τα μαλλιά μου τα πορφυρά

Και σαν αέρα χάφτω όλα τ’ αρσενικά

.....


Traded For Fire by Damien Jurado (Dolorean cover)

It wasn’t my fault
She led me here
Canadian plains
To disappear
It started one night
I had too much
Of being alone
Of collecting dust
So I went to see her
Like a thief in the night
I gave her my death
And stole from her life
And it killed me each time
That I saw her man
A friend of mine
If you could call me a friend

And on Sunday morning
The preacher preached on deceit
He spoke of a fire
Of unspeakable heat
So now I drive
Accross frozen plains
Nowhere to hide
Just to escape

I traded it all
To match my desire
I traded it all
I traded for fire,
I traded for fire

And Father forgive me
Because I knew
What I was doing
I set a snare
For myself and fell headlong
Into ruin
Don’t let me settle
Down in a small northern town
To die
Burn my lips
With coals and burn my insides